Μήνυμα Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στη Διάσκεψη της Διεθνούς Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας (ITUC) στο Βανκούβερ του Καναδά (21/6)
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 22 Ιουνίου 2010
Αγαπητοί φίλοι, αγαπητοί και εκλεκτοί ομιλητές,
Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να χαιρετίσω τον φίλο μου, Guy Ryder, Γενικό Γραμματέα της Διεθνούς Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας, καθώς και τον Πρόεδρο, Sharon Burrow, και όλους εσάς, που συναντηθήκατε σήμερα στο Βανκούβερ του Καναδά, αναπληρωτές γραμματείς και περιφερειακούς γραμματείς.
Ο Καναδάς είναι μία χώρα με ιδιαίτερη σημασία για μένα, καθώς πέρασα εκεί σημαντικά χρόνια της ζωής μου με την οικογένειά μου, στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα.
Επιτρέψτε μου, επίσης, να σας μεταφέρω τους χαιρετισμούς και των συμμετεχόντων στη Διάσκεψη του Συμβουλίου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, της οποίας προεδρεύω, που ξεκίνησε τις εργασίες της σήμερα στη Νέα Υόρκη.
Αυτό που μας ζητείται σήμερα – και είναι κρίσιμης σημασίας, καθώς αντιμετωπίζουμε τις αποφάσεις του G20 – είναι να επιδείξουμε πολιτική βούληση, βέλτιστη συλλογιστική και να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της ευημερίας των πολιτών μας, σε ένα ταραγμένο και ανισομερές παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, το οποίο σήμερα δημιουργεί άφθονο πλούτο, που συχνά κατανέμεται άνισα, με μεγάλες αδικίες για πολλές κοινωνίες.
Ένα σύστημα που, μέχρι στιγμής, προστατεύει τα συμφέροντα των λίγων, και όχι των πολλών. Ένα σύστημα, που έχει κακομεταχειριστεί το περιβάλλον, αντί να το φροντίσει.
Και βιώνουμε ένα παράδοξο. Γιατί σήμερα, έχουμε τη δύναμη, ως ανθρωπότητα, να κάνουμε αυτό τον κόσμο διαφορετικό, πιο δίκαιο. Έχουμε αναπτύξει μεγάλες δυνάμεις, είτε ονομάζονται οικονομικές δυνάμεις, είτε τεχνολογικές, είτε ψηφιακές, είτε πυρηνική δύναμη, τεχνογνωσία και εξειδίκευση.
Όμως, πώς τις χρησιμοποιούμε; Τις χρησιμοποιούμε, για να γίνει η φτώχεια παρελθόν; Θα μπορούσαμε. Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη. Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε αξιοπρεπή εκπαίδευση και εργασία σε όλους. Θα μπορούσαμε να προασπίζουμε την ισότητα των δύο φύλων. Θα μπορούσαμε να προάγουμε την πράσινη οικονομία. Θα μπορούσαμε να εντάξουμε τους μετανάστες και τους πρόσφυγες στις κοινωνίες μας. Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε τις πανδημίες. Αλλά δεν το κάνουμε.
Και αυτό είναι ένα βαθιά δημοκρατικό ερώτημα: ποιος έχει τη δύναμη; Ποιος ελέγχει τον τεράστιο πλούτο, που έχουμε δημιουργήσει ως ανθρωπότητα; Πώς χρησιμοποιείται; Πώς ελέγχεται; Ποιον υπηρετεί;
Είναι ένα δημοκρατικό ερώτημα. Και δυστυχώς, η απάντηση είναι ότι, σήμερα, όλα αυτά ελέγχονται από τους λίγους, όχι από τους πολλούς.
Όπως θα σας πει και ο Guy Ryder, επειδή έχω μιλήσει μαζί του, το μερίδιο του πλούτου από την εργασία βρίσκεται σήμερα στα επίπεδα της δεκαετίας του 1930.
Και δεν είναι ζήτημα βιοτικού επιπέδου. Γιατί όταν ο πλούτος και η δύναμη συγκεντρώνονται στα χέρια των λίγων, δεν δημιουργείται απλώς ανισότητα, αλλά και μία κατάσταση, όπου η ίδια η πολιτική μπορεί να βρεθεί αιχμάλωτη, επειδή οι θεσμοί μας, οι δημοκρατικοί μας θεσμοί, συχνά αιχμαλωτίζονται από μεγάλα συμφέροντα, είτε μέσα από διάφορες ομάδες, είτε μέσα από τη διαφθορά ή τα ΜΜΕ.
Οφείλουμε να εξανθρωπίσουμε την παγκοσμιοποίηση. Πρέπει να εξανθρωπίσουμε την παγκοσμιοποίηση, γιατί διαφορετικά θα κινούμαστε προς μία πολιτική λαϊκισμού, προς το φονταμενταλισμό, την ξενοφοβία, τις συγκρούσεις, το φόβο, και πάλι φόβο, και τη βαρβαρότητα.
Αυτό που ζητείται από εμάς σήμερα, λοιπόν, καθώς αντιμετωπίζουμε ένα οικονομικό περιβάλλον που διέρχεται από μία κρίση αξιών, είναι να εργαστούμε συλλογικά και να εξασφαλίσουμε ένα ευνοϊκό και κοινωνικά δίκαιο οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που θα τονώσει την οικονομία, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης απασχόληση, με ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας για εργαζόμενους και συνταξιούχους, που θα παρέχει ένα μέλλον για τους νέους μας, βασισμένο στην εκπαίδευση και στην αξία της αλληλεγγύης.
Επιπλέον, όμως, πρέπει να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, αυτό της πράσινης ανάπτυξης, ώστε να προστατεύσουμε τον πλανήτη μας και να καταστήσουμε βιώσιμη την οικονομία.
Και βέβαια, πρέπει να ενισχύσουμε τους δημοκρατικούς μας θεσμούς, ώστε να μπορούμε να προστατεύουμε την εκπροσώπηση, τη συμμετοχή και τη φωνή κάθε πολίτη.
Είναι ένα υψηλό καθήκον. Και μπορούμε να φέρουμε εις πέρας αυτό το καθήκον, στο οποίο είμαι πολύ αφοσιωμένος, εάν όλοι εργαστούμε με σύμπνοια. Έχουμε πολλές διαφορετικές ιδεολογίες και γνωρίζω ότι, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, υπάρχουν πολλοί από διαφορετικά πολιτικά κόμματα, ή ακόμη και ανεξάρτητοι.
Όμως, πρέπει να συνεργαστούμε εποικοδομητικά και να αναλάβουμε από κοινού ή τουλάχιστον να συζητήσουμε τους κοινούς μας στόχους, ώστε να δημιουργήσουμε μία ευρύτερη συναίνεση και να παράσχουμε ένα ηθικό και δίκαιο περιβάλλον για τους εργαζόμενους, τις οικογένειές τους, τους νέους και τους ηλικιωμένους.
Πριν ολοκληρώσω την ομιλία μου, επιτρέψτε μου να πω λίγα λόγια για την εμπειρία μου, για τα όσα έμαθα του τελευταίους μήνες, τα όσα έμαθε η Ελλάδα.
Ναι, η Ελλάδα έχει τη δική της ευθύνη για την κρίση. Δεν προσπαθούμε να βρούμε αποδιοπομπαίους τράγους. Αλλά είμαστε ο αδύναμος κρίκος, σε ένα σύστημα που είχε προβλήματα, σε ένα παγκόσμιο σύστημα και μία παγκόσμια κρίση, μία χρηματοπιστωτική κρίση, μία περιβαλλοντική κρίση, μία επισιτιστική κρίση, μία ενεργειακή κρίση.
Και αυτό που έμαθα είναι ότι, αν εργαστούμε μαζί για παγκόσμιες λύσεις, τότε έχουμε επιλογές. Έχουμε επιλογές. Τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο.
Οι επιλογές μας, θα πρέπει να γίνονται με βάση ένα σύνολο αξιών. Και οι αξίες μας, είναι πολύ σαφείς. Μιλάμε για Δημοκρατία, για ενίσχυση των δημοκρατικών μας θεσμών, για εκπροσώπηση, για διαφάνεια, για συλλογικές διαπραγματεύσεις. Μιλάμε για ισοτιμία και δικαιοσύνη. Μιλάμε για πράσινη οικονομία.
Κάτι άλλο που αισθάνθηκα πολύ έντονα, και το αισθανθήκαμε όλοι στην Ελλάδα, καθώς παρακολουθούσαμε τα spreads να ανεβοκατεβαίνουν καθημερινά, είναι ότι οι αγορές δεν είναι ορθολογικές. Δεν είναι ορθολογικές. Καθοδηγούνται από την ψυχολογία του όχλου, είτε πρόκειται για την ψυχολογία της ευφορίας, όπως η «φούσκα» πριν το 2008, είτε για την ψυχολογία του φόβου, την οποία αισθανθήκαμε μετά την κρίση – και την αισθανθήκαμε και ως Ελλάδα.
Αισθανθήκαμε, καθώς εφαρμόζαμε το ένα πακέτο μέτρων μετά το άλλο, για να καλύψουμε το έλλειμμά μας, να καλύψουμε το χρέος μας, να καταστήσουμε την οικονομία μας βιώσιμη, ότι οι αγορές δεν ανταποκρίνονταν. Συνέχιζαν να επιτίθενται. Συνέχιζαν να είναι καχύποπτες.
Γι’ αυτό, χρειάζεται παρέμβαση. Παρέμβαση στις αγορές. Και αυτό συνέβη. Ουσιαστικά, από τη μία, ένας ευρωπαϊκός μηχανικός στήριξης, με τη βοήθεια του ΔΝΤ – αν και αργός, αλλά μάλλον πολύ γρήγορος για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς – και από την άλλη, μία δέσμευση από την πλευρά μας, να προβούμε σε καθοριστικές, συχνά επώδυνες αποφάσεις και δράσεις, με πακέτα περικοπής δημοσίων δαπανών, με αύξηση των εσόδων και περιστολή της γραφειοκρατίας, της σπατάλης και της διαφθοράς.
Οι αγορές, λοιπόν, είναι ανυπόμονες. Επιδεικνύουν αποστροφή στον κίνδυνο. Και μπορεί να υπονομεύσουν με επικίνδυνο τρόπο λογικές, σημαντικές, συνεπείς, αξιόπιστες πολιτικές αποφάσεις, που λαμβάνουμε κατά τη διακυβέρνηση των χωρών μας.
Υπάρχει άλλο ένα συμπέρασμα, όμως, ότι οι αγορές είναι πολύ πιο γρήγορες από τους δημοκρατικούς μας θεσμούς. Ιδιαίτερα αν δει κανείς τις αγορές της Γουόλ Στριτ και διαπιστώσει ότι οι υπολογιστές λαμβάνουν αποφάσεις, βάσει μαθηματικών μοντέλων, που μπορούν να αλλάξουν τις ζωές ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Άρα, εξανθρωπισμός. Ο εξανθρωπισμός των οικονομιών μας και του παγκόσμιου συστήματός μας δεν αποτελεί απλώς συμβολική λέξη. Σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργήσουμε τις αναγκαίες ρυθμίσεις και τα συστήματα εκείνα, ώστε να μπορούμε να λειτουργούμε ως ανθρώπινα όντα, να μπορούμε να λειτουργούμε όχι με αδιαφανή μοντέλα, αλλά με μοντέλα που μας υπηρετούν.
Και στο σημείο αυτό, υπάρχει ένας δημόσιος διάλογος μεταξύ συντηρητικών και φιλελευθέρων, ή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, σχετικά με το αν είναι θέμα της αγοράς ή της κυβέρνησης. Θέλω να δηλώσω ότι δεν είμαι ούτε κατά, ούτε υπέρ των αγορών, ούτε κατά, ούτε υπέρ των κυβερνήσεων. Όμως, διαπιστώνω – και αυτό αποτελεί πλέον πεποίθησή μου – ότι οι αγορές πρέπει να ρυθμίζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπηρετούν τους ανθρώπους και τα κράτη. Αλλά και οι κυβερνήσεις πρέπει να είναι διαφανείς, ώστε επίσης να υπηρετούν τους ανθρώπους.
Το λέω αυτό, διότι στην Ελλάδα είχαμε πράγματι πρόβλημα. Είχαμε πρόβλημα στον τρόπο λειτουργίας του κράτους.
Ευτυχώς, όμως, η Ελλάδα επανήλθε πλέον στη σωστή πορεία. Λάβαμε δύσκολες αποφάσεις. Έχουμε μειώσει ήδη, κατά το πρώτο εξάμηνο, το έλλειμμά μας κατά 40%, σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Και θα παραμείνουμε σε αυτή την πορεία.
Δεν θέλω όμως να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες της ελληνικής κατάστασης. Θέλω να τονίσω όμως κάτι άλλο, το οποίο νομίζω αφορά στη συζήτησή σας. Διαβάζω παντού στον κόσμο, ότι η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα. Λένε: «βλέπετε την Ελλάδα; Πληρώνει για το σπάταλο σύστημα πρόνοιας που είχε. Αυτό είναι το πρόβλημά της».
Κάνουν λάθος. Δεν είχαμε σπάταλο σύστημα πρόνοιας. Ναι, είμαστε μία χώρα με προβλήματα, αλλά ουσιαστικά είμαστε μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, που υποφέρει όμως από κακοδιαχείριση.
Το σύστημα πρόνοιας δεν ήταν η αιτία του χρέους μας. Η αιτία ήταν η κακή διαχείριση της οικονομίας. Ήταν η προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση, η οποία δημιούργησε ένα μεγάλο κράτος, το οποίο δημιούργησε ένα μεγάλο δημόσιο τομέα, ο οποίος όμως δεν υπηρετούσε τους πολίτες, δεν υπηρετούσε τον καθημερινό άνθρωπο, αλλά ευνοούσε τα μεγάλα συμφέροντα.
Και το είδαμε αυτό και σε άλλες χώρες, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την προηγούμενη κυβέρνηση.
Στην ουσία, το πρόβλημα στην Ελλάδα ήταν πρόβλημα διακυβέρνησης, δημοκρατικής διακυβέρνησης. Και νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό γιατί, εάν υπάρχει διαφθορά και πελατειακά δίκτυα – για τα οποία δεν είμαστε υπερήφανοι, και αυτά αλλάζουμε τώρα – είναι πράγματι θέμα διακυβέρνησης. Είναι ζήτημα υπευθυνότητας απέναντι στους πολίτες, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα χρήματα που πληρώνουν, αξιοποιούνται προς το συμφέρον τους, προς το κοινό συμφέρον, αξιοποιούνται για την ευημερία τους, για την οικονομία, την πραγματική οικονομία, και όχι απλά για ειδικά συμφέροντα, που συχνά αιχμαλωτίζουν τα πολιτικά μας συστήματα.
Για το κρατικό χρέος. Παρόλο που παρενέβησαν οι κυβερνήσεις, και πέρυσι και πρόπερσι, για την υποστήριξη και διάσωση των τραπεζών, για την τόνωσή τους απέναντι στην ύφεση, τώρα, θεωρούνται ο κίνδυνος της αγοράς. Όμως, γιατί;
Βεβαίως, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε το οικονομικό μας μοντέλο. Τον καταναλωτισμό στις αναπτυγμένες χώρες – τον τρόπο ζωής. Χρειαζόμαστε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο.
Φταίει όμως το σύστημα πρόνοιας; Το σύστημα πρόνοιας δημιούργησε το κρατικό χρέος;
Θα έλεγα, πρώτα απ’ όλα, ότι υπάρχουν πολλές χώρες με σύστημα πρόνοιας, οι οποίες είναι πολύ ανταγωνιστικές, γιατί αυτή είναι και η ουσία: είμαστε ανταγωνιστικοί; Είναι οι αναπτυγμένες χώρες ανταγωνιστικές;
Έχουμε τις σκανδιναβικές χώρες, έχουμε τον Καναδά, έχουμε την Αυστραλία, που έχουν συστήματα πρόνοιας, αλλά επίσης είναι πολύ ανταγωνιστικές χώρες.
Άρα, δεν πιστεύω ότι φταίει το σύστημα πρόνοιας.
Γιατί πολλές χώρες δεν είμαστε ανταγωνιστικές; Θα σας πω έναν από τους λόγους. Βεβαίως, χαίρομαι ιδιαιτέρως που υπάρχει περισσότερος πλούτος στις αναδυόμενες αγορές και η κατάσταση σε αυτές βελτιώνεται. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν πολλές χώρες, που είναι πιο ανταγωνιστικές, επειδή έχουν πολύ χαμηλούς μισθούς. Είναι πιο ανταγωνιστικές, επειδή δεν έχουν σύστημα πρόνοιας. Είναι πιο ανταγωνιστικές, επειδή δεν έχουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Είναι πιο ανταγωνιστικές, επειδή μπορούν απρόσκοπτα να υποβαθμίζουν το περιβάλλον τους, γεγονός που τους παρέχει βραχυπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα, αλλά όχι μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Έτσι, υπάρχουν ορισμένες κοινωνίες που διοικούνται σαν επιχειρήσεις και είναι ανταγωνιστικές, αλλά όχι δημοκρατικές.
Είναι όμως αυτό ένα μοντέλο στο οποίο προσβλέπουμε; Θέλουμε να κάνουμε έναν αγώνα δρόμου προς το κατώτατο σημείο, προκειμένου να γίνουμε ανταγωνιστικοί;
Ή μήπως – και μιλώ εκ μέρους του κόμματός μου, των σοσιαλιστών, των εργατικών κομμάτων, όσων ανεβάζουν τον πήχη στον κόσμο, στις αναδυόμενες χώρες, στις αναπτυσσόμενες χώρες, ώστε ο πλούτος να διανέμεται στους πολλούς – να δημιουργήσουμε μία πραγματική κατανομή του πλούτου και ισότιμους όρους ανταγωνισμού για όλους, ώστε, ναι, να μπορούμε να είμαστε όλοι ανταγωνιστικοί;
Όχι λοιπόν αγώνας δρόμου προς τα κάτω, δεν είναι αυτή η απάντηση.
Και σε αυτό το σημείο, θέλω απλά να αναφέρω ότι, αυτή τη στιγμή που επικοινωνούμε, βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη, στα γραφεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO). Θα ήθελα να στηρίξω την έκκλησή σας για δράση, για συντονισμένες πολιτικές, με τις κυβερνήσεις να συνεργάζονται στενά με πολυμερείς θεσμούς, για τη συμμόρφωση με τους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας, για ένα ισόρροπο σύνολο οικονομικών εργαλείων, που θα διασφαλίζει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, προκειμένου να υπηρετεί τα οικονομικά μοντέλα.
Και ανθρωποκεντρικές πολιτικές, υγιείς οικονομίες, βασισμένες στην πράσινη ανάπτυξη.
Σήμερα, τη στιγμή της χρηματοοικονομικής κρίσης, είναι βέβαιο ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν να επιτελέσουν ένα πιο δύσκολο καθήκον. Είναι απαραίτητες περισσότερο από ποτέ για την προστασία και την εγγύηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, επειδή, δυστυχώς, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι πολλοί λαμβάνουν αποφάσεις ανά τον κόσμο, εκμεταλλευόμενοι την πίεση που δημιούργησε η κρίση, για να υπονομεύσουν ή και να αποδομήσουν το κοινωνικό κεκτημένο, το οποίο κατακτήθηκε μετά από χρόνια αγώνων, γιατί ήμασταν δημοκρατικές κοινωνίες και επιτρέψαμε τη σύναψη κοινωνικών συμφώνων.
Αγαπητή φίλοι στο Βανκούβερ, απευθυνόμενος σε εσάς από την έδρα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στη Νέα Υόρκη, θέλω να τονίσω ότι για εμάς, η ασφαλής απασχόληση δεν επαρκεί. Θέλουμε να προάγουμε την ατζέντα της αξιοπρεπούς εργασίας. Αποτελεί κοινό αγώνα και κοινό στόχο.
Σίγουρα, αποτελεί θετική εξέλιξη και το γεγονός ότι η ομάδα του G20 είναι πρόθυμη να ακούσει κάποιες από τις προτάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Είναι σημαντικό ότι η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας παρίσταται στη Συνδιάσκεψη.
Απέχουμε μόλις λίγες ημέρες από τη Σύνοδο Κορυφής του G20 στο Τορόντο. Ας στείλουμε ένα σαφές μήνυμα: ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων είναι άμεσα συνδεδεμένα με την πράσινη ανάπτυξη, με ένα ισόρροπο οικονομικό σύστημα, όπου οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες υπάρχουν για να υπηρετούν τους πολίτες, και όχι μόνο τις δικές τους επιδιώξεις.
Θέλω επίσης να συμφωνήσω – και συζητήσαμε πρόσφατα για το θέμα αυτό στην Ευρωπαϊκή Ένωση – ότι πρέπει να προωθήσουμε ένα φόρο χρηματοοικονομικών συναλλαγών στις αγορές, ως ένα μέσο εσόδων, ανακούφισης των φορολογουμένων από τις πιέσεις, ανακούφισης των εθνικών προϋπολογισμών από τις πιέσεις, αλλά και καταπολέμησης της κερδοσκοπίας.
Θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πολύ σημαντικό φόρο, καθώς εκτιμούμε ότι με ένα 0,05% επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, μόνο στην Ευρώπη, θα μπορούσαμε να εισπράττουμε περίπου 240 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως – 240 δισεκατομμύρια ευρώ για οικονομική μεγέθυνση και θέσεις εργασίας, 240 δισεκατομμύρια ευρώ για πράσινη οικονομία, 240 δισεκατομμύρια ευρώ που μπορούν να διοχετευτούν στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Έτσι, καταπολεμούμε τη φτώχεια, αλλά μετασχηματίζουμε και τις οικονομίες τους, σε πιο ανταγωνιστικές και βιώσιμες οικονομίες.
Και χαίρομαι που τα μέτρα αυτά τυγχάνουν ευρείας υποστήριξης από τις συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες και τις ΜΚΟ σε όλο τον κόσμο.
Συνεπώς, αγαπητοί φίλοι, ναι, είμαστε πολιτικά κόμματα και είστε συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά υπάρχουν πιστεύω πολλοί τομείς, όπου μπορούμε να συνεργαστούμε. Και αυτό είναι το μήνυμά μου. Αυτό είναι το μήνυμά μου προς εσάς, και θα ήθελα το ίδιο αυτό μήνυμα, να το μεταφέρω και στη Σοσιαλιστική Διεθνή, που συνέρχεται εδώ, στη Νέα Υόρκη, σήμερα και αύριο, ώστε να προάγουμε ένα κοινό όραμα, υγιών οικονομικά και κοινωνικά και υπεύθυνων περιβαλλοντικά πολιτικών, ένα κοινό όραμα για την οικοδόμηση μίας δίκαιης κοινωνίας, όπου οι κοινωνικοί εταίροι διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο.
Σας εύχομαι, λοιπόν, γόνιμες συζητήσεις στη διάρκεια της Συνδιάσκεψής σας στο Βανκούβερ, ένα συλλογικό και εποικοδομητικό διάλογο, ο οποίος θα διασφαλίσει τα δικαιώματα των εργαζομένων, σε ένα ισόρροπο οικονομικό σύστημα και μία δίκαιη παγκόσμια τάξη.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες σας.
Σας ευχαριστώ πολύ.



