Ομιλία στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης για τα 30 χρόνια λειτουργίας του


Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι,

Είναι μεγάλη τιμή για μένα ταυτόχρονα και η χαρά να απευθύνω σήμερα αυτόν τον χαιρετισμό για τα 30 χρόνια λειτουργίας του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Και θα έλεγα ότι είναι τιμή και χαρά, αλλά και ευτυχής συγκυρία, καθώς αυτή η εκδήλωση συμπίπτει με την έναρξη μιας μεγάλης μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας που αναλαμβάνει η κυβέρνηση, με στόχο να υλοποιήσει μια εξαγγελία την οποία ο ελληνικός λαός, οι πολίτες, αλλά και οι λειτουργοί της δημόσιας διοίκησης την έχουν ακούσει πολλές φορές να εξαγγέλλεται, αλλά δυστυχώς να μην υλοποιείται. Μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης, τη δομή, τη διάρθρωση και την αξιοκρατική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, αλλά και στην ανάδειξη των στελεχών της.

Θέλω, λοιπόν, πριν ξεκινήσω, να απευθύνω τον χαιρετισμό μου και αυτόν ειδικότερα που αφορά το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, να θυμηθώ ότι δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε αυτό εδώ το Κέντρο. Το έχω επισκεφθεί και ως αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αλλά και παλαιότερα ως Πρόεδρος ενός κόμματος της Βουλής, που δεν είχε τότε τις μεγάλες πιθανότητες να βρεθεί σε θέση εξουσίας, αν θυμάστε. Τότε, λοιπόν, ήταν εύκολο κανείς να μιλά, να απευθύνεται με το όραμα μιας δημόσιας διοίκησης, που θα είναι ξεκομμένη από αυτό το πελατειακό κράτος, το οποίο δυστυχώς στελεχώθηκε τα τελευταία χρόνια, ένα πελατειακό κράτος, όμως, που έχει βαθιές τις ρίζες του από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, βεβαίως όμως στελεχώθηκε, δυνάμωσε, βάθυνε από τη μεταπολίτευση και μετά. Και τότε έλεγαν ότι είναι εύκολο κανείς να τα λέει  αυτά όταν βρίσκεται μακριά από την εξουσία, όταν δεν την προσδοκά, αλλά όταν βρεθεί σε κυβερνητικές θέσεις είναι δύσκολο, διότι θέλει τη δημόσια διοίκηση να την ελέγχει.

Όταν βρεθήκαμε από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με προοπτική εξουσίας, ξανά σε αυτό εδώ το Κέντρο είχα πει ότι είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να κάνουμε μια μεγάλη τομή στη δημόσια διοίκηση. Γιατί; Μα, πολύ απλά διότι εμείς δεν έχουμε δεσμεύσεις. Δεν μας φτάνουν, άλλωστε, οι θέσεις είναι τόσες πολλές και δεν έχουμε τόσους δικούς μας για να βάλουμε σε αυτές τις θέσεις. Χαριτολογώντας τότε, είπα μια μεγάλη αλήθεια, διότι για να μπορέσει κανείς να κάνει μεγάλες τομές, πρέπει κυρίως να σκεφθεί διαφορετικά, να μπούμε σε μια άλλη νοοτροπία. Να φύγουμε από τη νοοτροπία την πεπατημένη, τη νοοτροπία που ακολούθησαν δυστυχώς κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια, οι οποίες εξελέγησαν με το όραμα είτε του εκσυγχρονισμού είτε της επανίδρυσης του κράτους, αλλά συνέχισαν είτε από φόβο είτε από ανασφάλεια την ίδια λογική της νομής της εξουσίας.

Θέλω, λοιπόν, να πω ότι από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, ήμασταν εμείς αυτοί οι οποίοι -και εγώ προσωπικά- όπου θεωρήσαμε ότι το Κέντρο αυτό είναι μια μεγάλη τομή. Και πράγματι, σήμερα, τα 30 χρόνια λειτουργίας του συμπίπτουν με την εκφρασμένη βούληση, αλλά και την εκφρασμένη αποδοχή της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας για μια μεγάλη τομή στη δημόσια διοίκηση.

Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που σήμερα βρίσκομαι εδώ. Θεωρώ ότι η δημόσια διοίκηση είναι ο μεγάλος ασθενής του τόπου και πρέπει συλλογικά να βρούμε τον τρόπο που αυτόν τον ασθενή θα τον θεραπεύσουμε, θα άρουμε τις παθογένειες. Όμως, για να άρουμε τις παθογένειες, πρέπει να έχουμε στόχο, σχέδιο και όραμα.

Γίνεται μια μεγάλη συζήτηση το τελευταίο διάστημα για τη λεγόμενη «αποπολιτικοποίηση» της δημόσιας διοίκησης. Εγώ θα ήθελα να πω ότι είναι μια λάθος λέξη. Αυτό που, πράγματι, χρειάζεται είναι η αποκομματικοποίηση. Είναι το να σταματήσει ένα καθεστώς εξυπηρέτησης συμφερόντων, ημετέρων, πελατειακών σχέσεων και διαπλοκής. Η δημόσια διοίκηση, όμως, πρέπει να είναι πολιτικοποιημένη με την έννοια του να έχει όραμα, στόχο, κοινωνικό προσανατολισμό και κοινωνική συνείδηση. Και οι λειτουργοί της. Θα έλεγα λοιπόν ότι το όραμα και ο στόχος πρέπει να είναι η αποκομματικοποίηση, όχι όμως η αποπολιτικοποίηση.

Η δημόσια διοίκηση πρέπει να παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους πολίτες, στα μέλη του κοινωνικού συνόλου, να εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και να προάγει την κοινωνική αλληλεγγύη. Μια δημόσια διοίκηση χωρίς στόχο και στοχοπροσήλωση, κινείται στο πουθενά, στον αέρα, είναι έωλη.

Και θέλω να πω ότι το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης είχε από την πρώτη στιγμή προσανατολισμό, πολιτικό προσανατολισμό με αυτήν την έννοια που είπα πιο πριν. Αυτοί οι στόχοι, τους οποίους προανέφερα και η εκπλήρωσή τους συνδέθηκαν με την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης, γιατί η διοίκηση είναι πριν από όλα -ας μην το ξεχνάμε αυτό- οι άνθρωποι που την απαρτίζουν, τα στελέχη της, όσοι και όσες στηρίζουν τη λειτουργία των δομών της και όσοι και όσες καλούνται να εφαρμόσουν τις πολιτικές, που διαμορφώνει βεβαίως η εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση, διασφαλίζοντας όμως ταυτόχρονα τη συνέχεια των υπηρεσιών και τον σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των πολιτών.

Και το Εθνικό Κέντρο σχεδιάστηκε για να συμβάλλει στη διαμόρφωση υπαλλήλων που μπορούν να εξυπηρετούν αυτούς τους στόχους. Πρώτα και κύρια με την εκπαίδευση, στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, επιτελικών στελεχών, ικανών να συνεγείρουν τους συναδέλφους τους, να συντονίζουν τις προσπάθειές τους και να συμβάλλουν ουσιαστικά στην αποτελεσματική λειτουργία των μονάδων. Και να συμβάλλουν με τέτοιον τρόπο, ώστε η επίτευξη των στόχων να μην είναι μία απλή ικανοποίηση δεικτών, αλλά η πραγμάτωση κοινωνικά ωφέλιμων πολιτικών.

Και νομίζω ότι είναι ευκαιρία σε αυτό το σημείο, από αυτό εδώ το βήμα, να μου επιτρέψετε να αποτίσω φόρο τιμής στον πρώτο Διευθυντή της Εθνικής Σχολής, τον Κοσμά Ψυχοπαίδη, που με το έργο του επεδίωκε να αποκαλύψει ότι οι κοινωνικές σχέσεις και οι κρατικοί θεσμοί ενσωματώνουν πολλές φορές όρους εξουσιαστικούς και άδικους. Και μέχρι τον πρώιμο θάνατό του διερευνούσε τις προϋποθέσεις ανατροπής της παραπάνω συνθήκης.

Είναι λοιπόν ανάγκη σήμερα να επιστρέψουμε στη σκέψη του Κοσμά Ψυχοπαίδη, για να μην είναι η δημόσια διοίκηση, αλλά και η Εθνική Σχολή, ιδιαίτερα της δημόσιας διοίκησης, φυτώριο στελεχών που θα διαθέτουν μια νοοτροπία ελίτ, αποκομμένη από τους υπόλοιπους συναδέλφους τους, αλλά και από το κοινωνικό σύνολο, αλλά να έχουν και να αποκτήσουν και να καλλιεργήσουν μια νοοτροπία δημόσιων λειτουργών στην υπηρεσία της κοινωνίας και του δημόσιου συμφέροντος.

Όμως δεν είναι μόνο η Εθνική Σχολή, αλλά και το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης, που στοχεύει στην ενίσχυση των γνώσεων και των δεξιοτήτων όλων των υπαλλήλων. Και αυτό -αν θέλετε- είναι σήμερα πιο αναγκαίο από ποτέ, καθώς η δημόσια διοίκηση βρίσκεται αντιμέτωπη με όλο και πιο σύνθετα προβλήματα, τα οποία μόνο ένα καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο προσωπικό με κοινωνική όμως συνείδηση, είναι σε θέση να επιλύσει και να υπερβεί.

Πέρα από την εκπαίδευση, μέσα στους στόχους και τους σκοπούς του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, είναι και η μελέτη των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η δημόσια διοίκηση, η διάγνωση των κοινωνικοπολιτικών αιτιών τους και ο σχεδιασμός της αντιμετώπισής τους.

Στην αποστολή λοιπόν του ΕΚΔΔΑ περιλαμβάνεται και ο ρόλος του επιστημονικού συμβούλου της διοίκησης, που, παρά τη νομοθετική του κατοχύρωση, παρέμεινε δυστυχώς μέχρι πρόσφατα αναιμικός.

Και είναι η σημερινή κυβέρνηση που εμπράκτως αναγνωρίζει αυτόν τον ρόλο, προκειμένου να αξιοποιήσει το ΕΚΔΔΑ με τους όρους και με τον τρόπο που του αρμόζει.

Διότι η βούλησή μας και το όραμά μας είναι να πραγματοποιήσουμε μεγάλες προοδευτικές και δημοκρατικές μεταρρυθμιστικές τομές. Δημοκρατικές τομές ριζοσπαστικού εκσυγχρονισμού – θα έλεγα- στον χώρο της δημόσιας διοίκησης. Τομές που έχουν αργήσει πάρα πολύ, αλλά επιτρέψτε μου έχουν αργήσει για συγκεκριμένους λόγους, όχι τυχαία. Επειδή η δημόσια διοίκηση επί δεκαετίες στη χώρα μας χρησιμοποιήθηκε ως φέουδο, αλλά και ως εργαλείο αναπαραγωγής κομματικών εξουσιών. Επειδή κυριάρχησε η λογική των πελατειακών σχέσεων, των κομματικών διευθετήσεων, αλλά και της διαπλοκής, του χρηματισμού. Επειδή οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αφέθηκαν στη μοίρα τους. Επειδή κάθε φορά βαφτιζόταν διοικητική μεταρρύθμιση, όχι η μεταρρύθμιση, αλλά η αντιμεταρρύθμιση, η άλωση του κράτους, από «τα δικά μας παιδιά», τα παιδιά δηλαδή της εκάστοτε εξουσίας.

Και οι ευθύνες προφανώς εδώ ανήκουν σε αυτούς που κυβέρνησαν. Στα δύο κόμματα που κυβέρνησαν είτε χώρια εναλλασσόμενα στην εξουσία είτε τα τελευταία χρόνια συγκυβερνώντας. Και έστησαν αυτό το πελατειακό πολιτικό σύστημα της διαπλοκής, της κομματοκρατίας και της οικογενειοκρατίας που δυστυχώς παραπέμπει σε τριτοκοσμικές χώρες και όχι σε μια αναπτυγμένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωζώνης μάλιστα, του πυρήνα της Ευρώπης.

Όμως, έχει έρθει πλέον η ώρα να μπει ένα τέλος σ’ αυτή τη ντροπή. Έχει έλθει η ώρα για μια μεγάλη δημοκρατική και προοδευτική μεταρρύθμιση στη Δημόσια Διοίκηση, μακριά από δημαγωγίες που φορτώνουν το σύνολο των δεινών της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της κρίσης στον δημόσιο τομέα και συλλήβδην στους δημόσιους υπαλλήλους, ενοχοποιώντας και στοχοποιώντας τους. Πρέπει να θυμίσω σε αυτό το σημείο ότι τα τελευταία χρόνια έλαβε χώρα μια πρωτοφανής προσπάθεια απαξίωσης της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και των δημόσιων λειτουργών στον τόπο μας, από τις ίδιες εκείνες δυνάμεις, αλλά και από το ίδιο πολιτικό προσωπικό που για 40 χρόνια πρωταγωνίστησε στην οικοδόμηση του πελατειακού και κομματικού κράτους. Και σήμερα, ορισμένοι μάλιστα με θράσος, επιτίθενται εναντίον θεσμών, συνθηκών και προσώπων, που οι ίδιοι δημιούργησαν, οι ίδιοι εξέθρεψαν, γιγάντωσαν και συγκάλυψαν. Και αντί να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα ή να επικεντρώσουν στα πραγματικά προβλήματα,  στο περιβόητο ρουσφέτι – ένα κατάλοιπο που μας διατρέχει ίσως από την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- στα προβλήματα της διαφθοράς, στη χαοτική νομοθεσία, στην κατάρρευση των ελεγκτικών μηχανισμών και στην υποστελέχωσή τους, αντί, λοιπόν, να επικεντρώσουν σε αυτά τα προβλήματα και να βρούμε λύσεις, ιδέες και τρόπους για να τα επιλύσουμε, η εύκολη λύση είναι να τα βάλουν συνολικά με τον δημόσιο τομέα και συνολικά με τους δημόσιους υπαλλήλους.

Προσέξτε, όμως, όχι με μία ελίτ υπαλλήλων, που οι ίδιοι φρόντιζαν να διορίσουν, πολλές φορές ακόμη και λίγο πριν φύγουν από τα υπουργεία τους και συνεχίζουν να προστατεύουν ως το αμετακίνητο σύστημα παραεξουσίας ή παράλληλης εξουσίας, όχι με αυτούς, αλλά με τους δημόσιους υπαλλήλους γενικά. Ίσως, βέβαια, αυτό να πουλάει. Δεν είναι εύκολο να βρίσκει κανείς αποδιοπομπαίους τράγους. Είναι η βασιλική οδός για να αποφύγει κανείς να δει κατάματα τα πραγματικά προβλήματα, τη διαπλοκή οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, που σαν μέγγενη σφίγγεται γύρω από τις ζωντανές και παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και στραγγαλίζει ό,τι πιο παραγωγικό υπάρχει στον τόπο, τόσο στον δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό, να αποφύγει να δει κανείς το πρόβλημα της πολυνομίας, της κακονομίας, τις χρονοβόρες διαδικασίες που ταλαιπωρούν τους πολίτες, τις γραφειοκρατίες. Κι όλα αυτά, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, δεν είναι απλές αβλεψίες ή συμπτώματα της διαχειριστικής τους ανικανότητας, η πολυνομία, η κακονομία, οι πολυδαίδαλες διαδικασίες και οι επικαλύψεις αρμοδιοτήτων είναι μια εκλεπτυσμένη τεχνολογία εξουσίας, σχεδιασμένη ακριβώς για να ανθίζει η διαφθορά και να ανθίζει το κράτος των κομματικών διευθετήσεων.

Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να σας θυμίσω ότι οι κυβερνήσεις που, μετά τη μεταπολίτευση, δημιούργησαν αυτόν τον δημόσιο τομέα, που σήμερα καλούμαστε επιτέλους να αλλάξουμε, την ώρα που έφτιαχναν ακόμη ένα πιο γραφειοκρατικό κράτος, ένα ακόμη πιο πελατειακό κράτος και αναποτελεσματικό κράτος, μιλούσαν για την ανάγκη εκσυγχρονισμού του ή επανίδρυσής του, οι ίδιοι.

Δεν θα αποφύγω τον πειρασμό, ας μου επιτρέψετε. Σήμερα ο νέος πρόεδρος της  ΝΔ παρουσιάζεται από πολλούς ως μέγας εκσυγχρονιστής και μεταρρυθμιστής, αλλά πριν από λίγους μήνες, στην κυβέρνηση του κυρίου Σαμαρά, είχε μία κέραια  θέση, είχε το υπουργείο της Διοικητικής Μεταρρύθμισης, που έχει αυτόν τον τίτλο ακόμη κι αν δεν κάνει μεταρρυθμίσεις. Στην θητεία του, λοιπόν, ως υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά, υπήρξε ο πιο πιστός συνεχιστής των χειρότερων παραδόσεων του κομματικού κράτους. Ήταν εκείνος που με μία διάταξη καθαίρεσε το σύνολο των προϊστάμενων της Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου και μάλιστα λίγο πριν, ενώ ήταν γνωστό ότι πηγαίνουμε σε πολιτική αλλαγή, να διορίσει με διαδικασίες προφανώς μη διαφανείς, μη ανοιχτές, μη αντικειμενικές -να πω εγώ αυτό είναι το κρίσιμο- αυτούς που ο ίδιος επέλεξε. Ο καθένας κρίνεται από τις πράξεις του και όχι από τα λόγια του και εμείς θα κριθούμε στο τέλος της τετραετίας από τις πράξεις μας, εάν θα έχουμε καταφέρει να αλλάξουμε πέντε πράγματα σε αυτόν τον έρημο τόπο. Και παρά την κρίση, τουλάχιστον σε θέματα που υπάρχει η δυνατότητα να κάνουμε αλλαγές, θεσμικές τομές, να προχωρήσουμε μπροστά. Και αυτό βέβαια θέλει σύγκρουση και με τις δικές μας –εάν θέλετε- εσωτερικές αντιστάσεις, νοοτροπίες, λειτουργίες. Χρειάζονται υπερβάσεις και εσωτερικές. Αλλά, όπως έλεγα πριν, ο καθένας κρίνεται από τις πράξεις του και οι πράξεις των προηγούμενων κυβερνήσεων ήταν πολύ συγκεκριμένες.

Αναφέρθηκα πριν στην καθαίρεση των προϊστάμενων της Δημόσιας Διοίκησης και στη λογική της απευθείας ανάθεσης. Η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ο κύριος Μητσοτάκης δηλαδή, δεν δίστασε ακόμη και κρυμμένους γενικούς διευθυντές να υποβαθμίσει σε απλούς υπαλλήλους, προκειμένου να αναβαθμίσει δικούς του ανθρώπους. Και αναφέρομαι βέβαια σε μία περίοδο όπου είχαμε μία κυβέρνηση συνεργασίας, καλή ώρα, η οποία επισήμως και μάλιστα με γραπτά κείμενα -δεν μιλάμε τώρα για παραπολιτικές φιλοσοφίες ή παραπολιτικά σχόλια- είχε υιοθετήσει το σύστημα 4-2-1, για τη νομή της εξουσίας και τη λαφυραγώγηση της Δημόσιας Διοίκησης και του κράτους. Τέσσερα το πρώτο κόμμα, δύο το δεύτερο, ένα το τρίτο, αυτή ήταν η μοιρασιά. Και είναι τώρα οι ίδιοι άνθρωποι που επαίρονται για πράγματα που έχουν δημιουργήσει θεσμικά κενά και στρεβλώσεις, όπως, για παράδειγμα, η απίστευτη προχειροδουλειά που έκαναν στα οργανογράμματα των υπουργείων, που απλώς νομιμοποίησαν και μονιμοποίησαν το οργανωτικό χάος της Δημόσιας Διοίκησης. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που δεν δίστασαν να ονομάσουν τότε τις απολύσεις διοικητική μεταρρύθμιση σε αγαστή συνεργασία με τους πιο αντιδραστικούς κύκλους των δανειστών. Είναι εκείνοι οι οποίοι εισήγαγαν ένα σύστημα αξιολόγησης που προέβλεπε υποχρεωτική αρνητική βαθμολογία για ένα ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων ανά διεύθυνση, κατά παράβαση κάθε έννοιας επιστημονικής λογικής. Και, βεβαίως, αυτό τότε τους βόλευε, διότι η ρουσφετολογική αντίληψη και νοοτροπία, εφόσον έχουμε τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει για την πρόσληψη υπαλλήλων, αλλά για την παραμονή,  εφόσον ανοίγανε την πιθανότητα απόλυσης, το ρουσφέτι θα ήταν η παραμονή και η ανάδειξη σε υψηλότερες θέσεις. Και αυτοί που δεν είχαν μπάρμπα στην Κορώνη θα ήταν το δυναμικό εκείνο που θα ήταν έτοιμο να πάει στον Καιάδα. Ένα σύστημα ρεβανσιστικό, τιμωριτικό, με προφανή στόχο, βεβαίως, τη δημιουργία πειθήνιων και υπάκουων δημοσίων υπαλλήλων στις εντολές κομματικών προϊσταμένων.

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, εμείς είμαστε αποφασισμένοι με αυτές τις αντιλήψεις και με αυτές τις νοοτροπίες να χαράξουμε μία διαφορετική γραμμή και να βάλουμε ένα τέλος στη θλιβερή εικόνα της Δημόσιας Διοίκησης.

Χθες στο Υπουργικό Συμβούλιο συζητήθηκε και εγκρίθηκε ένα νομοσχέδιο-τομή για τη Δημόσια Διοίκηση. Ένα νομοσχέδιο που στόχο έχει να αλλάξει ριζικά τη δομή και τις διαδικασίες στη Δημόσια Διοίκηση και να αφήσει πίσω αυτό το αίσχος της κομματοκρατίας, το αίσχος και τη ντροπή του παλιού και χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος, που έφτιαξε, δυστυχώς, ένα κράτος κατ’ εικόνα και ομοίωσή του. Με αυτό το νομοσχέδιο συγκροτείται το Εθνικό Μητρώο Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, τα μέλη του οποίου στελεχώνουν από εδώ και στο εξής όλες τις επιτελικές θέσεις του κράτους, θέτοντας τέρμα στη μακρόχρονη παράδοση του σφικτού εναγκαλισμού πολιτικού συστήματος εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας και Δημόσιας Διοίκησης. Για εμάς το κράτος  δεν μπορεί, δεν δύναται να αντιμετωπίζεται ως λάφυρο και οφείλουμε γι’ αυτόν τον σκοπό να εξασφαλίσουμε την ανεξαρτησία και τη συνέχεια του κράτους προς όφελος της κοινωνίας.

Με το νομοσχέδιο εισάγεται ένα νέο σύστημα αξιολόγησης της Δημόσιας Διοίκησης και αμφίδρομης αξιολόγησης των στελεχών της και των υφισταμένων από τους προϊσταμένους, αλλά και των προϊσταμένων από τους υφιστάμενους. Διότι το κρίσιμο στοιχείο στην αξιολόγηση είναι να αξιολογούνται και οι αξιολογητές και όχι να λειτουργούν ως ένα άτυπο ιερατείο που ορίζει τα πάντα. Και αυτό βεβαίως βρίσκεται στον αντίποδα του προηγούμενου τιμωριτικού συστήματος, που στοχεύει στη βελτίωση των παρεχόμενων διοικητικών υπηρεσιών επ’ ωφελεία του πολίτη, στη βελτίωση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας των υπηρεσιών του δημοσίου.

Εισάγεται επίσης ένα απολύτως αντικειμενικό και αξιοκρατικό σύστημα επιλογής προϊσταμένων και ανώτατων στελεχών σε όλες τις βαθμίδες της Δημόσιας Διοίκησης με διαφάνεια, αντικειμενικότητα και μοναδικό κριτήριο επιλογής τα αντικειμενικά προσόντα και μόνο. Αλλάζουν, επίσης, ριζικά τα οργανογράμματα των υπουργείων και θεσπίζεται για πρώτη φορά η θέση του Υπηρεσιακού Γενικού Γραμματέα με σταθερή πενταετή θητεία, που θα διασφαλίζει τη θεσμική μνήμη και τη διοικητική συνέχεια της διοίκησης στα υπουργεία, ανεξάρτητα από τις αλλαγές των κυβερνήσεων, διότι σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα θα υπάρχουν αλλαγές κυβερνήσεων και υπουργών, ακόμη και στις ίδιες τις κυβερνήσεις. Αλλά αυτό το φαινόμενο, κάθε φορά, ακόμη και σε ανασχηματισμό να φεύγει ο υπουργός και να φεύγει κι όλο το υπουργείο και να μην υπάρχει η στοιχειώδης έννοια της θεσμικής μνήμης, να θυμίζει κάποιος, έστω, ποιες ήταν οι επιλογές, σε ποιους άξονες κινήθηκαν. Πράγματα τα οποία ισχύουν για χρόνια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά σε άλλες δομές κρατικές και σε άλλες δομές Δημόσιας Διοίκησης. Αλλά, δυστυχώς, όχι στη χώρα μας.

Και τέλος το νομοσχέδιο αυτό αναβαθμίζει το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Στρατηγικής, το οποίο αποκτά και ρόλο παρατηρητηρίου της Δημόσιας Διοίκησης.

Βέβαια, πρέπει να σας πω ότι ήδη έχουμε δώσει, πέραν του νομοσχεδίου που κατατίθεται τις επόμενες ημέρες στη Βουλή και ελπίζουμε να τύχει και ευρύτερης στήριξης και να γίνει επιτέλους και μια ουσιαστική κουβέντα και είμαστε ανοιχτοί σε παρατηρήσεις και τροποποιήσεις, κυρίως με την κοινωνία και με τους δημόσιους λειτουργούς και με εσάς θέλουμε έναν ανοιχτό διάλογο. Όμως, πέρα από αυτά που θα κάνουμε, πρέπει να σας πω ότι ήδη έχουμε δώσει δείγματα γραφής. Θεσπίστηκε ήδη το νέο μισθολόγιο, που αποσυνδέεται από το βαθμολόγιο και για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια προβλέπονται -και λοιδορούνται- έστω και μικρές αυξήσεις για κατηγορίες προσοντούχων δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά μέσα σε αυτόν τον ορισμό του λαϊκισμού δεν μπορούμε ποτέ να συνεννοηθούμε. Διότι πως θα φτιάξεις έναν αξιόπιστο δημόσιο τομέα όταν για κρίσιμες θέσεις, και πόσο μάλλον για θέσεις από τις οποίες περνάει ο έλεγχος κονδυλίων ή τεράστιων δαπανών και είναι εύκολη η διαπλοκή, η αποζημίωση, το μισθολόγιο των δημόσιων λειτουργών είναι εξευτελιστικό. Πρώτον, δεν είναι καθόλου ελκυστικό για κάποιον να παραμείνει όταν έχει τα προσόντα και άρα θα μπορεί να βρει κάτι καλύτερο στην ελεύθερη αγορά. Δεύτερον, είναι σαν να προκαλούμε, πόσο δε μάλλον όταν δεν υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί, αυτούς τους ανθρώπους να γίνουν επιρρεπείς σε αυτό το κλίμα της διαφθοράς που επικρατεί. Και ακόμα και αυτή την προσπάθεια πράγματι σε μια περίοδο που είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε, να κινούμαστε σε ένα στενό δημοσιονομικό πλαίσιο. Ακόμα κι αυτή τη προσπάθεια, αυτή την κατάκτηση, έστω και τη μικρή, που κερδίσαμε στη διαπραγμάτευση με την τρόικα –κουαρτέτο νομίζω ότι λέγεται τώρα- ακόμη και αυτό λοιπόν λοιδορήθηκε ως λαϊκισμός.

Επίσης πρέπει να σας πω ότι είναι σε εξέλιξη διαγωνισμός για την εισαγωγή σπουδαστών στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και έχουν εξασφαλιστεί τα απαραίτητα κονδύλια για τους διαγωνισμούς των επόμενων ετών -διότι, καθώς γνωρίζουμε, είχε διακοπεί η ένταξη στη Σχολή, για δύο τουλάχιστον έτη- ώστε να εξασφαλίσουμε την αδιάλειπτη αιμοδοσία των δημόσιων υπηρεσιών, με στελέχη υψηλής επιστημονικής εκπαίδευσης και άρτιας επαγγελματικής κατάρτισης.

Προγραμματίζεται επίσης – και γι’ αυτό βρισκόμαστε σε μία διαπραγμάτευση- σημαντικός αριθμός προσλήψεων για το 2016. Στόχος είναι να καταφέρουμε να πείσουμε- τα επιχειρήματά μας είναι, νομίζω,  πολύ σοβαρά και ισχυρά- ώστε και κάποιες προσλήψεις της επόμενης πενταετίας να έρθουν λίγο πιο νωρίς. Διότι αυτή τη στιγμή, οι τομείς εκείνοι οι οποίοι πάσχουν  περισσότερο από κάθε άλλον στο δημόσιο χώρο, στο κράτος, είναι οι τομείς της Παιδείας και της Υγείας. Και δεν μπορεί κανείς να αντιμετωπίζει αυτό το θέμα μέσα από μπαλώματα, μέσα από το ΕΣΠΑ. Είναι αναγκαίο λοιπόν μέσα στο 2016 και θα ενισχύσουμε όλοι την προσπάθειά μας σε αυτή τη κατεύθυνση, να έχουμε ένα σημαντικό αριθμό προσλήψεων, κυρίως στο χώρο της Παιδείας και της Υγείας.

Ενισχύεται η χρήση των νέων τεχνολογιών, με στόχο την αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών. Θα πρέπει να σας πω ότι εδώ έχουμε σημειώσει, ήδη, και πολύ σημαντικές επιτυχίες στον αγώνα κατά της διαφθοράς και του οικονομικού εγκλήματος, με την κινητοποίηση και αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών. Και βεβαίως έχουμε πετύχει ήδη σημαντικά αποτελέσματα- θα συνεχίσουμε βέβαια γιατί πρέπει να πετύχουμε ακόμη περισσότερα- στην πάταξη του λαθρεμπορίου, ιδιαίτερα των καπνικών, με βάση τα στοιχεία που βγήκαν το τελευταίο διάστημα.

Τέλος, να τονίσω κάτι που έχει τη σημασία του. Ξέρετε, βεβαίως το πρώτο διάστημα της διακυβέρνησης όλος ο στόχος μας, οι ιδέες μας, οι σκέψεις μας, η έγνοια μας ήταν προσανατολισμένη στην διαπραγμάτευση. Εντούτοις, μπορεί να πει κανείς ότι αθροιστικά στις δύο περιόδους – κοντεύουμε τον έναν χρόνο- δεν λειτουργήσαμε ούτε ρεβανσιστικά, ούτε εκδικητικά. Ακόμη και σε περιπτώσεις προϊσταμένων, οι οποίοι, όπως είπα πιο πριν, δεν είχαν επιλεγεί με αξιοκρατικές διαδικασίες. Κάποιοι μας έλεγαν ότι είμαστε είτε αφελείς, είτε ανίκανοι. Γιατί, παρ’ ότι κερδίσαμε δύο φορές τις εκλογές, δεν κυβερνάμε εμείς, κυβερνάνε άλλοι. Όμως αυτό, ξέρετε, δεν ήταν ούτε αφέλεια, ούτε ανικανότητα. Ήταν επιλογή αρχής. Εμείς δεν πρόκειται να λειτουργήσουμε με τον τρόπο που λειτουργούσαν όλοι οι επόμενοι. Δεν θα διορίζουμε και εμείς προϊσταμένους μέσα από διαδικασίες μη αξιοκρατικές. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα:

Στο θέμα που προέκυψε με τη Γενική Γραμματέα Δημόσιων Εσόδων, με την ποινική δίωξη που της ασκήθηκε. Σας θυμίζω ότι η προηγούμενη κυβέρνηση, άλλαξε τον προηγούμενο- τον οποίο βεβαίως δεν ξέρω γιατί τον άλλαξε, δικό τους θέμα- προφανώς γιατί είχαν κάποιες ενδοοικογενειακές αντιθέσεις. Την επόμενη την επέλεξε μέσα από μια διαδικασία την οποία όλοι γνωρίζουμε ποια ήταν: Τη σύμβουλο του υπουργού. Εμείς δεν επιλέξαμε να πάμε σε μία τέτοια διαδικασία. Επιλέξαμε να γίνει μία ανοιχτή διαδικασία αξιολόγησης, με συνεντεύξεις, με αντικειμενικά κριτήρια. Και διορίζουμε Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όχι κάποιον κολλητό μας, όχι κάποιον που τον ξέραμε από χθες, αλλά αυτόν που κρίθηκε ότι έχει τα κατάλληλα στοιχεία και προσόντα.

Οι διοικητές των νοσοκομείων. Όλοι γνωρίζουμε πώς είχαν προκύψει, με το σύστημα «τέσσερα- δύο- ένα». Εμείς είπαμε ότι πρέπει να πάμε σε μία αλλαγή. Βεβαίως δεν είχαμε ακόμη αυτό το εργαλείο, που τώρα θα ψηφιστεί. Και αυτή η αλλαγή, λοιπόν, αποφασίσαμε να γίνει με αξιοκρατικά κριτήρια. Δεν καθαιρέσαμε τους διοικητές των νοσοκομείων μέσα σε μία νύχτα. Σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις πήγαμε με αυτούς τους διοικητές. Και είπαμε ότι θα φτιαχτεί – και φτιάχτηκε- μία ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης, στην οποία συμμετείχαν παράγοντες του δημόσιου βίου, καθηγητές, ο αντιπρόεδρος του ΑΣΕΠ, χωρίς να έχουν πλειοψηφία –αν θέλετε- τα πρόσωπα τα οποία έχουν μία σχέση με την κυβέρνηση. Καμία πλειοψηφία. Ίσα, ίσα, απολύτως μειοψηφική   ήταν η συμμετοχή κυβερνητικών στελεχών. Που πρώτα αξιολόγησαν τους 120 και έκριναν ότι ένα ποσοστό εξ αυτών είναι ικανοί και παρέμειναν στη θέση τους. Και τώρα με ανοιχτή διαδικασία πρόσκλησης ενδιαφέροντος, θα αξιολογηθούν επίσης αυτοί οι οποίοι θα έρθουν. Αυτή είναι η διαφορά αντίληψης, αν θέλετε, και νοοτροπίας που έχει γίνει ήδη πράξη και τώρα θεσμοθετείται με αυτόν το νόμο που φέρνουμε τις επόμενες ημέρες στη Βουλή.

Είμαστε, λοιπόν, αποφασισμένοι να προχωρήσουμε μπροστά. Να τελειώσουμε μια και καλή με τις πρακτικές της διαπλοκής, της διαφθοράς και του πελατειακού κράτους. Είμαστε αποφασισμένοι να δημιουργήσουμε τους όρους και τις συνθήκες για το πέρασμα σε μία νέα εποχή. Να δημιουργήσουμε την Ελλάδα του σεβασμού στα δικαιώματα των πολιτών, την Ελλάδα των κοινωνικών δικαιωμάτων και της εμπιστοσύνης. Μια χώρα που δεν θα υπολείπετε έναντι των άλλων χωρών του πύρινα της Ε.Ε. στο θεσμικό της πλαίσιο, μια χώρα που σε τίποτα δεν θα μοιάζει με την Ελλάδα της παρακμής και της κρίσης. Μια χώρα, με δύο λόγια, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισονομίας, δημοκρατίας και αξιοκρατίας.

Θέλω όμως να σας πω – από καρδιάς- ότι αυτό δεν κερδίζεται με μια απόφαση, με μια επιλογή, με τη ψήφιση ενός νόμου. Είναι μια μακρά και διαρκής διαδικασία. Είναι μια διαδικασία, αν θέλετε, πάλης και μάχης με νοοτροπίες, αντιλήψεις κατεστημένες. Είναι ένας αγώνας διαρκείας. Και σε αυτόν τον αγώνα σας χρειαζόμαστε μαζί μας. Σε αυτό τον αγώνα χρειαζόμαστε μαζί μας τα στελέχη και τους ανθρώπους της Δημόσιας Διοίκησης. Και είμαι πεπεισμένος ότι θα σας έχουμε δίπλα μας,  ασκώντας κριτική εκεί που πρέπει. Βοηθώντας όμως να προχωρήσουμε μπροστά.

Σας εύχομαι λοιπόν από καρδιάς καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου σας και καλή επιτυχία σε όλους μας στην προσπάθεια που κάνουμε να μετατρέψουμε τη Δημόσια Διοίκηση, να τη μεταμορφώσουμε, να τη μεταρρυθμίσουμε για να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και των πολιτών.

Σας ευχαριστώ πολύ.